
Σίγουρα όλοι στη Κύπρο γνωρίζεται τον Χαμπή Αχνιώτη. Και αν δεν τον γνωρίζεται προσωπικά, θα έχετε διαβάσει ή ακούσει κάποιο ποίημα του.
Ο Μεγάλος Κύπριος ποιητής κατάγεται από την Άχνα. Γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου του 1948 και το ταλέντο του στη ποίηση φαινόταν από τα παιδικά του χρόνια. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την κυπριακή παράδοση και όποτε του ζητηθεί απαγγέλλει όπου βρεθεί, από φιλικούς γάμους μέχρι σε πανηγύρια και εορταστικές εκδηλώσεις. Το ιστολόγιο "365days-2blog" τιμά τον μεγάλο ποιητή και σας παρουσιάζει το ποίημα του "Τα παιδκιά του Γιώρκαλλου", που είναι γραμμένο στη κυπριακή διάλεκτο.
ΤΑ ΠΑΙΔΚΙΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΚΑΛΛΟΥ
Ανήσυχος ο Γιώρκαλλος, άκουσεν να λαλούσιν,
τάχα μου πως οι γιούες του, μασιαίρκα πως τραβούσιν,
να σκοτωθούσιν τζιαι καλά, άμα συναντηθούσιν.
Τζι΄ο λόγος που τσακκώννουνται, τζι΄ήρταν σε τούντα χάλια,
τα σπίδκια τα χωράφκια του, τα γέρημα τα μάλια,
τα τράχτα τ΄αυτοκίνητα, τα μετρητά ριάλια.
Τζιαι έπεψεν με να τους πώ, πέρκιμον μου κροστούσιν,
προτού πολλύνει το κακόν, προτού να σκοτωθούσιν,
να κάμουν μιάν ανακωχήν, τζιαι νάρτουν να τον δούσιν.
Τζιαι πήα τζι΄ήβρα τζιαι τους δκυό, του γέρου να τους φέρω,
τζιαι θέλεις απο σεβασμόν, θέλεις από σσυφφέρω,
τζι΄οι δκυό αποφασίσασιν, τζι΄ήρταν να δούν τον γέρο.
Ο γέρος εσυκώστηκεν, έκατσεν γιάλι-άλι,
τζι΄ενόμιζα πως τες φωνές, στους γιούες του θα βάλει,
γιατί ν΄αννοίξουν πόλεμον, για το δικόν του μάλι.
Μα τούτος ήταν ήρεμος, τους γιούες του εφίλαν,
ήπιεν δκυό βρόκκους με νερόν, μέσα που μιάν καντίλαν,
τζιαι μέναν πόνον στην καρκιάν, αρκίνησεν τζιαι μίλαν.
Ευκαριστώ σας τζιαι τους δκυό, πούρτετε να με δείτε,
ελάτε κάτσετε δαμέ, κοντά μου σωρεφτείτε,
τα λόγια πούχω να σας πώ, καλά να τα κροστείτε.
Τωρά που χαρτωθήκετε, προτού να παντρεφτείτε,
εν να σας δώκω που μισά, να νοικοτζιυρεφτείτε,
γιατί αποθανόντα μου, εσείς θα σκοτωθείτε.
Ούλην την γήν ως την παδκιάν, με την καρκιάν μου δκιώ σας,
τζιαι ίσια μέσα δίκαια, να πιάσετε τζι΄οι δκυό σας,
μεν πάθετε το ίδιον, όπως εγιώ τζι΄ο θκειός σας.
Είχα τζιαι γιώ έναν αρφόν, τζιαι μάλλωννα μιτά του,
τζι΄έκαμνα ότι έμπορα, να πιά που μέν παρκάτου,
τζι΄ας έξερα πως τα μισά, έπρεπεν ναν δικά του.
Εγέλασα του τζι΄έπιασα,τζιείνα που μου γιουτούσαν,
τζιείνος τα φτανοχώραφα, όπως τα ελαλούσαν,
τζι΄έπιασα γιώνη τα πασιά, τζιείνα που εγιωρκούσαν.
Τζιαι ο αρφός μ΄αγκρίστηκεν, τζι΄είπεν να με μισήσει,
τζιαι πήεν εις την ξενηδκειάν, μακρά που μέν να ζήσει,
τζι΄είπεν αφόν έσιει αρφόν, έθ θα ξαναγυρίσει.
Τζι΄έσιει που τότες ως τωρά, έχασα τον αρφό μου,
τζι΄ώσπου κοντεύκει ώρα μου, σπάζω τζιαι που τον φό μου,
γιατί φοούμαι τον κριτήν, τον πλάστην τον Θεό μου.
Μεν πάθετε το ίδιον, παιδκιά μου να χαρείτε,
πιάστε τζι΄οι δκυό σας που μισά, χωρίς να τσακκωθείτε,
τζιαι δώστε τζιαι τα σιέρκα σας, να συμφιλιωθείτε.
Ως δαχαμέ ο Γιώρκαλλος, είπεν χαμέ να σιύψει,
τα δάρκα που τους γιούες του, εθέλησεν να κρύψει,
που τρέχαν σαν τους ποταμούς, χωρίς νάχουσιν λείψη.
Ετρέξαν σαν τους ποταμούς, πραγματικά τζιαι μένα,
άμα τζιαι πάνω ψήλωσεν, τα μμάδκια τα κλαμένα,
τζι΄είεν τα δκυό του τα παιδκιά, σφιχτά αγγαλιασμένα.
Χαμπής Αχνιώτης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου